Μάνα

Πρώτη μου εικόνα τα δυο σου μάτια.
Χρυσά παλάτια στον άδειο κόσμο.
Όαση μοιάζουν σ' έρημη πλάση.
Πουλιών γιορτάσι, κλαδάκι δυόσμο

Πρώτη μου εικόνα τα δυο σου μάτια.
Χρυσά παλάτια στον άδειο κόσμο.
Όαση μοιάζουν σ' έρημη πλάση.
Πουλιών γιορτάσι, κλαδάκι δυόσμο

Εκείνη έμαθε πια· τίποτα δεν την τρομάζει. Μεγάλωσε με όμορφα βιώματα, χωρίς να ξέρει τότε πως μια μέρα θα τα χρησιμοποιούσε όλα με τον ίδιο τρόπο που της έδειξε η γιαγιά της: να πιάνει την κλωστή, να την τυλίγει στο βελονάκι και, πόντο-πόντο, να φτιάχνει μια ολόκληρη κουρτίνα.

Προδοσία ταγμένη
στ' απομεινάρια
μιας χούφτας οδυρμού.

Μη ρωτάτε ποτέ τι θέλει να πει ο ποιητής
εκ προοιμίου λάθος τέτοιες ερωτήσεις
και μην ακούτε που λένε για κεντρικές ιδέες ποιημάτων
κανένα ποίημα δεν γράφεται για να το καταλάβεις

Παρεξηγημένη μορφή
στη νύχτα με τα ξένα χέρια
Κίτρινο το περιτύλιγμά σου
λεκιασμένο από το σχεδόν σώμα σου

Έρωτα φτερωτέ θεέ, τα βέλη σου καρφώνεις,
Ανάβεις φλόγες στις καρδιές, τις αναζωπυρώνεις.

Καμιά Πρωτομαγιά δεν θα ναι πια γιορτή,
ένας φίλος έφυγε...
άνθρωπος γλυκός, αγαπημένος.

Πρώτη ηλιαχτίδα μου, στολίζεις τη ζωή μου
μόνο με τη λάμψη σου γλυκαίνει η στιγμή μου.
Σαν ήρθες τα μάτια το σύμπαν φωτίστηκε
η θλίψη του χρόνου αμέσως γκρεμίστηκε

Γυμνός Μάης, αγγελικός
με ένα φιλί στο στόμα
ψαχν' ένα μπλε να φορεθεί
ένα χάδι πριν κοιμηθεί
στου Απριλιού το στρώμα

Μη μου χαρίζεις άλλη μισή ζωή
Ο έρωτας θέλει φωτιά όχι λέξεις .
Κράτα με σωστά όχι δειλά
Κι ότι φοβάσαι μια ανάσα το γκρεμίζει. .