Το Συρτάρι

Σκαλίζω γραμμές
ποτίζω με τόνους
εκείνη την ακίδα
σ' εκείνη τη γωνία

Σκαλίζω γραμμές
ποτίζω με τόνους
εκείνη την ακίδα
σ' εκείνη τη γωνία

Στάθηκε ανάμεσά τους
όχι σαν σύνορο,
μα σαν μνήμη.

Ομιχλώδης δρόμος, δίχως πυξίδα, απονήρευτος
Η ομίχλη λαξεύει ανθρώπους
Αόρατοι οι άνεμοι ή αθέατοι;
Φυλλομετρούν αόρατα βιβλία σαν οκνηροί θεοί

Να μπορούσα να διάβαζα τον καιρό.
Φτηνός γυρολόγος παζαρεύει τη ζωή μου.
Αρχέγονος τρόμος ζει ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ.
Η μοίρα γραμμένη με λίθινες λέξεις, χρόνια πέτρινα.

Καμιά λέξη δεν μπορεί ν’ αποτυπώσει
τον ανθρώπινο πόνο...
Έγραψα και έκλεισα βιαστικά
τις σελίδες του τετραδίου.

Μια βάρκα ανθοστόλιστη σε πράσινη λιμνούλα,
έπλεε κει ακούραστη μα είχε έναν καημό.
Μια μέρα να φτάσει μακριά σε γαλανά πελάγη,
να πλέει εκεί στ’ ανοιχτά με έναν γλυκό σκοπό.

Γέλα!
Αστέρια πέφτουν
από την άκρη
των χειλιών σου.

Μάνα, πνοή ζωής, πρώτο ευωδιαστό μου άρωμα...
Πικρό αλλά παρηγορητικό το πύαρ σου.
Προσφέρει ανακούφιση στα διψασμένα βρεφικά μου χείλη που αναζητούν την γλυκιά θαλπωρή σου.

Δε σώπασες
Ψέματα!
Πάντα επέμενες να μιλάς με αγκάθια,
ακόμα και αν δεν υπήρχε ακροατής

Γεννήθηκες και μεγαλώνεις
μαζί με το φως της ημέρας,
με τα μάτια εισπνέοντας χιόνι.