Εθισμένοι στην παρακμή

Καμιά λέξη δεν μπορεί ν’ αποτυπώσει
τον ανθρώπινο πόνο...
Έγραψα και έκλεισα βιαστικά
τις σελίδες του τετραδίου.

Καμιά λέξη δεν μπορεί ν’ αποτυπώσει
τον ανθρώπινο πόνο...
Έγραψα και έκλεισα βιαστικά
τις σελίδες του τετραδίου.

Μια βάρκα ανθοστόλιστη σε πράσινη λιμνούλα,
έπλεε κει ακούραστη μα είχε έναν καημό.
Μια μέρα να φτάσει μακριά σε γαλανά πελάγη,
να πλέει εκεί στ’ ανοιχτά με έναν γλυκό σκοπό.

Γέλα!
Αστέρια πέφτουν
από την άκρη
των χειλιών σου.

Μάνα, πνοή ζωής, πρώτο ευωδιαστό μου άρωμα...
Πικρό αλλά παρηγορητικό το πύαρ σου.
Προσφέρει ανακούφιση στα διψασμένα βρεφικά μου χείλη που αναζητούν την γλυκιά θαλπωρή σου.

Δε σώπασες
Ψέματα!
Πάντα επέμενες να μιλάς με αγκάθια,
ακόμα και αν δεν υπήρχε ακροατής

Γεννήθηκες και μεγαλώνεις
μαζί με το φως της ημέρας,
με τα μάτια εισπνέοντας χιόνι.

Σήκω γέρο Βενέτικε,
Να ιδείς τι ετοιμάζουν.
Να κάμουν στο κορμάκι σου,
Να κάμουν στη λαλιά σου

Τα δάκρυα που έχεις στην ψυχή, άσε τα να κυλήσουν.
Στους οφθαλμούς να φθάσουνε και να τους εξαγνίσουν.
Τα δάκρυα δεν είν' ντροπή, είναι ο θησαυρός μας.
Στα αληθινά μας δάκρυα, λυγίζει και ο《εχθρός μας》

Ἄ! Γυναῖκα, Γυναῖκα!
Τή ζωή ζαλικώνεσαι
κι ἀγονάτιστη διασχίζεις τόν Χρόνο

Κι αυτός ο Χρόνος
άτεγκτος, πανδαμάτωρ,
καταδεσμός της φύσης
και των ουράνιων σωμάτων,