Καλοκαιρινός έρωτας (Χαϊκού)

Λαμπρά κοράλλια
στις κρύπτες των μαλλιών σου
μες στο λιόγερμα.

Λαμπρά κοράλλια
στις κρύπτες των μαλλιών σου
μες στο λιόγερμα.

Κάθεσαι στην ξύλινη καρέκλα του γραφείου σου
Το ξύλο της τρίζει νωχελικά, τριγμοί πεθαμένοι
Απολαμβάνεις το ύστατο καφεδάκι της σιωπής σου

Ολάκερο το ναυάγιό μου, εσύ
Ζεις μέσα μου
Ανεμοδέρνεσαι μαζί μου στους γόους
των σειρήνων που στριγγλίζουν

Ποια θλιμμένη εποχή
αντικατοπτρίζουν
τα μάτια σου;

Να 'μαι πλάι στη γέφυρα την ώρα
που αλλάζουν τα νερά κατεύθυνση
κι εκεί που ξαναπαίρνουν φόρα,
όπως ο εγωισμός μου σε μεγέθυνσ

Σκαλίζω γραμμές
ποτίζω με τόνους
εκείνη την ακίδα
σ' εκείνη τη γωνία

Στάθηκε ανάμεσά τους
όχι σαν σύνορο,
μα σαν μνήμη.

Ομιχλώδης δρόμος, δίχως πυξίδα, απονήρευτος
Η ομίχλη λαξεύει ανθρώπους
Αόρατοι οι άνεμοι ή αθέατοι;
Φυλλομετρούν αόρατα βιβλία σαν οκνηροί θεοί

Να μπορούσα να διάβαζα τον καιρό.
Φτηνός γυρολόγος παζαρεύει τη ζωή μου.
Αρχέγονος τρόμος ζει ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ.
Η μοίρα γραμμένη με λίθινες λέξεις, χρόνια πέτρινα.

Καμιά λέξη δεν μπορεί ν’ αποτυπώσει
τον ανθρώπινο πόνο...
Έγραψα και έκλεισα βιαστικά
τις σελίδες του τετραδίου.