Ανάμεσα σε δυο ουρανούς

Στάθηκε ανάμεσά τους
όχι σαν σύνορο,
μα σαν μνήμη.
Στη μία όχθη
οι ασπίδες άστραφταν.
Στην άλλη
τα δόρατα περίμεναν.
Κι ανάμεσά τους
το ποτάμι…
βαθύ, αρχαίο,
απρόσωπο και δίκαιο.
Δεν διάλεξε πλευρά.
Δεν σήκωσε φωνή.
Μονάχα κύλησε.
Άκουσε τις ιαχές,
ένιωσε τη γη να τρέμει,
είδε νεανικά πρόσωπα
να σκληραίνουν πριν την ώρα τους.
Κι ύστερα…
 το αίμα.
Το δέχτηκε
χωρίς οργή.
Το ανακάτεψε με το φως
και για μια στιγμή
έγινε κόκκινος καθρέφτης.
Μα το νερό θυμάται αλλιώς.
Ξέρει πως όλοι οι στρατοί
διψούν το ίδιο.
Ξέρει πως οι νεκροί
ανήκουν στη σιωπή,
όχι στις όχθες.
Κι όταν σώπασαν οι σάλπιγγες
και έμεινε μονάχα ο άνεμος,
οι εναπομείναντες πλησίασαν.
Έσκυψαν.
Στο ίδιο ρεύμα.
Στο ίδιο φως.
Και μέσα στον κυματισμό
είδαν τα πρόσωπά τους
γυμνά από κράνη,
γυμνά από μίσος,
γυμνά από σύνορα.
Τότε κατάλαβαν:
Το ποτάμι δεν χώριζε ποτέ.
Μονάχα περίμενε
να τελειώσει ο θόρυβος
για να θυμίσει
πως η ζωή
ρέει ενιαία ανάμεσα σε δύο ουρανούς.

Σμαραγδή Μητροπούλου

poemelxi@gmail.com
poemelxi@gmail.com
Άρθρα: 38

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.