Ένας ξένος στο συρτάρι σου

Κάθεσαι στην ξύλινη καρέκλα του γραφείου σου
Το ξύλο της τρίζει νωχελικά, τριγμοί πεθαμένοι
Απολαμβάνεις το ύστατο καφεδάκι της σιωπής σου

Κάθεσαι στην ξύλινη καρέκλα του γραφείου σου
Το ξύλο της τρίζει νωχελικά, τριγμοί πεθαμένοι
Απολαμβάνεις το ύστατο καφεδάκι της σιωπής σου

Ολάκερο το ναυάγιό μου, εσύ
Ζεις μέσα μου
Ανεμοδέρνεσαι μαζί μου στους γόους
των σειρήνων που στριγγλίζουν

Ομιχλώδης δρόμος, δίχως πυξίδα, απονήρευτος
Η ομίχλη λαξεύει ανθρώπους
Αόρατοι οι άνεμοι ή αθέατοι;
Φυλλομετρούν αόρατα βιβλία σαν οκνηροί θεοί

Δε σώπασες
Ψέματα!
Πάντα επέμενες να μιλάς με αγκάθια,
ακόμα και αν δεν υπήρχε ακροατής

Παρεξηγημένη μορφή
στη νύχτα με τα ξένα χέρια
Κίτρινο το περιτύλιγμά σου
λεκιασμένο από το σχεδόν σώμα σου