Ολάκερο το ναυάγιό μου, εσύ
Ζεις μέσα μου
Ανεμοδέρνεσαι μαζί μου στους γόους
των σειρήνων που στριγγλίζουν
Από την κούραση ανασκουμπώνομαι
Κάθομαι στην άμμο
Ναυάγησα μέσα στον βυθό σου
Το πλοίο μου ξεβράστηκε
Νόμιζα θα συγκρατούσε το νερό απ’ έξω
Μα το νερό έβρεχε τα σωθικά μου
Το γράμμα στο μπουκάλι ψεύδεται
Την γλώσσα του γνωρίζουν μόνον οι πνιγμένοι
Το καράβι, το χειρότερο ψέμα απ’ όλα
Μου υποσχέθηκε φυγή
Με αγνόησε
Με έπνιξε
Το κλειδί μου φέρθηκε πιο ύπουλα
Ποια πόρτα θα μπορούσα να ανοίξω
καταμεσής του ωκεανού;
Όσοι αγαπούν αληθινά, πνίγονται ευτυχισμένοι
Και οι ευτυχισμένοι πνιγμένοι,
εν παρατούν έρμαια, μπουκάλια στη θάλασσα
Εγώ μια δυστυχισμένη ναυαγός
Χρειάζομαι την δική μου αλήθεια πρώτα να΄ βρω
Όχι αλήθειες, φύκια για μεταξωτές κορδέλες,
γράμματα και μπουκάλια
Ούτε καράβι θέλω για να ξανασαλπάρω
Αρκετή αλμύρα έχω στη καρδιά μου
Σπάω το γυάλινο αλμυρομπουκάλι
Το ύπουλο κλειδί διαλέγω
Το γυρίζω μεμιάς
Ανοίγω την πόρτα της πνιγερής καρδιάς μου
Κι ας είναι το νερό αφρισμένο και παγερό
Η ακτή απροσπέλαστη κι ατρόμητη
Ακόμη κι αν το χέρι μου τρέμει,
μπρος στης παλίρροιας το αδράχτι
Θα σφουγγίσω με τα ίδια μου τα χέρια
όλες τις γηραιές πληγές
Θα σαλπάρω ξανά,
αφού ξανοιχτώ πρώτα στη στεριά μου
Άννα Κλαρίτη




