Μάνα

Πρώτη μου εικόνα τα δυο σου μάτια.
Χρυσά παλάτια στον άδειο κόσμο.
Όαση μοιάζουν σ' έρημη πλάση.
Πουλιών γιορτάσι, κλαδάκι δυόσμο

Πρώτη μου εικόνα τα δυο σου μάτια.
Χρυσά παλάτια στον άδειο κόσμο.
Όαση μοιάζουν σ' έρημη πλάση.
Πουλιών γιορτάσι, κλαδάκι δυόσμο

Προδοσία ταγμένη
στ' απομεινάρια
μιας χούφτας οδυρμού.

Μη ρωτάτε ποτέ τι θέλει να πει ο ποιητής
εκ προοιμίου λάθος τέτοιες ερωτήσεις
και μην ακούτε που λένε για κεντρικές ιδέες ποιημάτων
κανένα ποίημα δεν γράφεται για να το καταλάβεις

Παρεξηγημένη μορφή
στη νύχτα με τα ξένα χέρια
Κίτρινο το περιτύλιγμά σου
λεκιασμένο από το σχεδόν σώμα σου

Τί είναι η δόλια η ειρήνη;
καθενός στίχου σκήνωμα σέρνει
λες κι θα αλλάξει κάτι αν γραφτεί
όλα μαγικά την άλλη μέρα σβήσουν.

Καμιά Πρωτομαγιά δεν θα ναι πια γιορτή,
ένας φίλος έφυγε...
άνθρωπος γλυκός, αγαπημένος.

Πρώτη ηλιαχτίδα μου, στολίζεις τη ζωή μου
μόνο με τη λάμψη σου γλυκαίνει η στιγμή μου.
Σαν ήρθες τα μάτια το σύμπαν φωτίστηκε
η θλίψη του χρόνου αμέσως γκρεμίστηκε

Μοίρα μου γενναία,
άστρο φωτεινό
στης ζωής τη χάση. .

Πεσμένα φύλλα η χαρά μου
Κομμένα νιώθω τα φτερά μου
Την Παναγιά βλέπω θλιμμένη
Όλη την πλάση μαραμένη
Μάνα είναι και ριγεί
Σκυθρωπή μοιρολογεί
Στον Υιό της
π' αγαπά
Με σκισμένα σωθικά