Ομιχλώδης δρόμος, δίχως πυξίδα, απονήρευτος
Η ομίχλη λαξεύει ανθρώπους
Αόρατοι οι άνεμοι ή αθέατοι;
Φυλλομετρούν αόρατα βιβλία σαν οκνηροί θεοί
που μασουλάνε παραγράφους εσφαλμένα γραμμένους εξ αρχής
Η ζωή μια αργοπορημένη, ωμή εξάτμιση βεβαιοτήτων
Μια άσκηση εξαΰλωσης
Τα βέβαια εγκαταλείπονται
Οι επιθυμίες αφαιρούνται αναπόδεικτα
Οι άνθρωποι τσακίζονται σταδιακά
Οι έρωτες επιορκούν θανάσιμα
Νυχτώματα με φτηνές αυταπάτες
Εγκαταλελειμμένα σπίτια με δίχως πόρτες και παράθυρα
Μυστήρια ανυπέρβλητα
Kαι φτάνουμε σε δρόμους αφάνταστους
Οι δρόμοι ήξεραν
Οι ομίχλες ήξεραν
Οι φανοστάτες ήξεραν
Οι ταλαίπωροι άνθρωποι βήμα το βήμα
θωπεύουν σκοτάδια
Τα ονομάζουν μέλλον
Αυτό ποτέ δεν χειροκροτεί
Μα ούτε και ακούει
Παρά μόνο χασμουριέται ασυγκράτητα,
ξέροντας ήδη το σενάριο της ζωής
Βαριέται
Πριν καν αρχίσει
Άννα Κλαρίτη




