Εκείνη έμαθε πια· τίποτα δεν την τρομάζει. Μεγάλωσε με όμορφα βιώματα, χωρίς να ξέρει τότε πως μια μέρα θα τα χρησιμοποιούσε όλα με τον ίδιο τρόπο που της έδειξε η γιαγιά της: να πιάνει την κλωστή, να την τυλίγει στο βελονάκι και, πόντο-πόντο, να φτιάχνει μια ολόκληρη κουρτίνα.
Τώρα, οι δικές της βελόνες είναι τα πλήκτρα. Παρατηρεί τα χέρια της καθώς γράφει· δύο δάχτυλα μόνο, που «χορεύουν» πάνω στο πληκτρολόγιο με έναν ρυθμό που μοιάζει με μουσική. Δεξί, αριστερό… σαν το εκκρεμές ενός ρολογιού που δεν μετράει λεπτά, αλλά λέξεις. Κάθε χτύπημα είναι ένας κόμπος που δένει το σήμερα με το χθες.
Στο γαλάζιο φως του λάπτοπ, η κίνηση παραμένει η ίδια. Μια ιεροτελεστία. Πλέκει τη σιωπή της, την κάνει δαντέλα για να ντύσει τις δικές της αλήθειες. Κάποιοι κοιτούν το σχέδιο και ίσως να αναρωτιούνται αν είναι αληθινό ή αν το έφτιαξε κάποια μηχανή – κυκλοφορούν πολλά πια γέμισε ο τόπος. Εκείνη όμως σταματά για λίγο. Ένα παλιό σκίρτημα φωτίζει το βλέμμα της.
«Μα τι θυμήθηκα τώρα;» ψιθυρίζει.
Κι όμως, αυτή η κουρτίνα της γιαγιάς υπάρχει ακόμα, κρυμμένη στις στρώσεις του χρόνου. Είναι καιρός να τη βγάλει από το συρτάρι. Ναι, αυτό θα κάνει. Θα την πλύνει, θα την αφήσει να στεγνώσει στον ήλιο και θα την κρεμάσει στο παράθυρο. Μια κουρτίνα πλεκτή αφήνει το φως να μπει χωρίς να φοβάσαι τα βλέμματα. Ο ήλιος διαπερνά το δωμάτιο με γλυκό φως που δεν τυφλώνει, όπως οι λέξεις που δεν ματώνουν πια τα δάχτυλα πάνω στο λάπτοπ, αλλά φωτίζουν και γλυκαίνουν τις καρδιές.
Εκείνη ξέρει καλά πως η ψυχή δεν αντιγράφεται, ούτε η αγάπη για τη στιγμή που φεύγει. Γιατί όταν βάζεις βίωμα, το αποτέλεσμα δεν αμφισβητείται· απλώς ακουμπάει τις ψυχές των άλλων.
Κι αυτό της φτάνει. Γιατί έμαθε πια πως η μεγαλύτερη τέχνη δεν είναι να πλέκεις δαντέλες ή λέξεις, αλλά να ξέρεις να αγαπάς την αλήθεια σου.
Χωρίς φίλτρα. Χωρίς κρότο.
Έφη Χαλκέα

