Να ‘μαι πλάι στη γέφυρα την ώρα
που αλλάζουν τα νερά κατεύθυνση
κι εκεί που ξαναπαίρνουν φόρα,
όπως ο εγωισμός μου σε μεγέθυνση,
να ρίξω λέει όλα μου τα όνειρα
κι ενώ πηγαίναν όλα “δεξιά”,
παρασυρμένα – λες από τ’ απόνερα –
να καταλήξουνε και πάλι αριστερά.
Και να καθίσω ύστερα σ’ ένα παγκάκι
μάλλον να σωριαστώ εξουθενωμένη,
δίπλα να τρώει το παγωτό του ένα παιδάκι
εξουθενωμένη μα και ανακουφισμένη.
Ν’ ακούω στην καρδιά να πλημμυρίζει
μέσα ο βόρειος Ευβοϊκός
και στο μυαλό μου ενοχλημένος να βουίζει
ο παραγκωνισμένος νεαρός μου εαυτός.
Και όπως του Καράμπαμπα μια εκκλησία
θα βάφεται κόκκινη και πορτοκαλί
ε του ήλιου και τη σημερινή θυσία,|
να δύσουν και τα μάτια μου μαζί.
Ελευθερία Ζέλκα




