Κάτσε στην τσιμεντένια άκρη εκεί
και απασφάλισε τη θήκη σου.
Βγάλε από μέσα της τον θησαυρό σου,
πιστό σου σύντροφο σε όλα τα ταξίδια,
και παίξε για το ηλιοβασίλεμα,
που μόλις σου χαρίστηκε,
πλάι στης θάλασσας την αύρα που σκοτείνιασε,
τα μυστικά της κρύβοντας βαθύτερα.
Και όπως το δοξάρι σου θα κάνει έρωτα με τις χορδές
κι εσένα θα σε πίνουν λίγο λίγο του δειλινού οι σκιές,
θα δεις, εκατοντάδες θα ‘ρθουνε οι γλάροι,
ν’ ακούσουνε τον έρωτα, να πιουν απ’ τη σκιά σου
και μεθυσμένοι, αφού φτεροκοπήσουν μέχρι τον ορίζοντα,
ξανά σε σένα θα γυρίσουν.
Και με κρωξίματα ευγνώμονα
θα χώσουνε τα νύχια τους στα ρούχα σου,
να σε σηκώσουνε ψηλά
πάνω απ’ τη θάλασσα, πάνω απ’ τα σύννεφα,
πάνω απ’ τον ήλιο που έχει δύσει εδώ και ώρα.
Είμαστε άνθρωποι.
Κρύβουμε θησαυρούς και θάβουμε βαθιά
τα πιο φρικτά μας μυστικά.
Είμαστε άνθρωποι.
Κάποτε, με της τέχνης τα φτερά – δεν είναι όνειρο –
πετάμε κι αγαπάμε αληθινά.
Ελευθερία Ζέλκα




